ζυγά


ζυγά
τα
τα ζύγια, τα σταθμά.
επίρρ...
ζυγά ζυγά
ζευγαρωτά, δυο δυο, κατά ζεύγη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ζυγά — ζυγά̱ , ζυγή pair fem nom/voc/acc dual ζυγά̱ , ζυγή pair fem nom/voc sg (doric aeolic) ζυγόν yoke neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζυγά — [зига] επίρ. попарно …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ζύγ' — ζυγά̱ , ζυγή pair fem nom/voc/acc dual ζυγά̱ , ζυγή pair fem nom/voc sg (doric aeolic) ζυγαί , ζυγή pair fem nom/voc pl ζυγί , ζυγίς fem voc sg ζυγά , ζυγόν yoke neut nom/voc/acc pl ζυγέ , ζυγόν yoke masc voc sg ζυγέ , ζυγός yoke masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζυγάς — ζυγά̱ς , ζυγή pair fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζυγό — το (Α ζυγόν) 1. ό,τι ζευγνύει, ό,τι συνδέει δύο σώματα 2. ο ζυγός άμαξας ή αρότρου, το ξύλο που προσαρμόζεται σταυροειδώς στον ρυμό τού αρότρου ή τής άμαξας, στο οποίο ζεύονται τα άλογα, τα βόδια ή άλλα υποζύγια 3. ναυτ. συν. στον πληθ. α) κάθε… …   Dictionary of Greek

  • ζυγός — ή, ό 1. άρτιος: Ζυγός αριθμός. 2. διπλός: Τώρα που παντρεύτηκε έγινε ζυγός. 3. επίρρ., ζυγά: Παίζουν μονά ζυγά. 4. «ζυγά ζυγά», δύο δύο: Τα τρυγόνια πάνε ζυγά ζυγά. ο 1. ζυγαριά, παλάντζα, πλάστιγγα, καντάρι: Στα φαρμακεία χρησιμοποιούν ζυγούς… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζυγός — Συσκευή με την οποία μπορούμε να κρίνουμε την ισορροπία μεταξύ μιας γνωστής δύναμης και μιας άγνωστης για να οδηγηθούμε έτσι από τη γνώση του μεγέθους της μίας στον προσδιορισμό του μεγέθους της άλλης. Με την πιο κοινή έννοια, στον όρο ζ.… …   Dictionary of Greek

  • μονός — ή, ό (Μ μονός, ή, όν) (για αριθμό) αυτός που δεν μπορεί να διαιρεθεί διά τού δύο, περιττός, σε αντιδιαστολή προς τον άρτιο, τον ζυγό νεοελλ. 1. αυτός που αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο, απλός, μονομερής («μονή κλωστή») 2. (για άνθος) αυτός που …   Dictionary of Greek

  • CHORUS — I. CHORUS pars Comediae, una ex accessoriis, inter actum et actum: vel pars est, post actum introducta cum concentu. Dicebatur autem sic primo, multitudo canentium saltantiumque cum tibicine: idque antiquitus circa aras Deûm, Virg. aen. l. 6. v.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • πλοίο — Με τον όρο αυτό υποδηλώνεται γενικά κάθε αυτοκινούμενο πλωτό μέσο, που έχει διαστάσεις μεγαλύτερες από της λέμβου και προορίζεται για εμπορικούς (κυρίως μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών), πολεμικούς (επιφανειακές και υποβρύχιες πολεμικές… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.